Μετάφραση του "kul" σε Ελληνικά
Οι γαιάνθρακας, κάρβουνο, λιθάνθρακας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kul" σε Ελληνικά.
kul
noun
verb
neuter
γραμματική
-
γαιάνθρακας
noun -
κάρβουνο
noun neuterDu nægtede at bruge kul i stedet for trækul, selvom George beviste, at kul var mere effektivt.
Αρνήθηκες να καίμε κάρβουνο αντί για ξυλάνθρακα ακόμα κι όταν ο Τζορτζ απέδειξε πως ήταν πιο συμφέρον.
-
λιθάνθρακας
noun masculineI sukkerfremstillingsprocessen, der er beskrevet af den forelæggende ret, anvendes kul som brændsel til opvarmning.
Κατά τη διαδικασία παραγωγής ζάχαρης που περιέγραψε το αιτούν δικαστήριο, λιθάνθρακας χρησιμοποιείται ως καύσιμο θερμάνσεως.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- άνθρακας
- ξυλάνθρακας
- ξυλοκάρβουνο
- πετροκάρβουνο
- Γαιάνθρακας
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " kul " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "kul" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενεργός άνθρακας
-
κάρβουνο
-
Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα
-
καθαρισμός (του) άνθρακα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη