Μετάφραση του "lager" σε Ελληνικά

Οι απόθεμα, αποθήκευση, αποθήκη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lager" σε Ελληνικά.

lager noun common neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόθεμα

    noun neuter
  • αποθήκευση

    noun
  • αποθήκη

    noun feminine
  • χώρος αποθήκευσης

    Husdyrgødningen kan komprimeres, eller der kan anvendes et lager med vægge på tre sider.

    Μπορεί να εφαρμόζεται συμπίεση της κοπριάς ή να χρησιμοποιείται χώρος αποθήκευσης με τοιχώματα στις τρεις πλευρές του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lager " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "lager" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lager" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη