Μετάφραση του "land" σε Ελληνικά

Οι χώρα, αγρός, γη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "land" σε Ελληνικά.

land noun verb neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χώρα

    noun feminine

    περιοχή νομικά διακρινόμενη ως ξεχωριστή οντότητα στην πολιτική γεωγραφία

    Dette er vores første skridt mod genopbygningen af landet.

    Είναι το πρώτο βήμα που κάνουμε για να ξαναχτίσουμε τη χώρα.

  • αγρός

    noun
  • γη

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ξηρά
    • εξοχή
    • έδαφος
    • έθνος
    • πατρίδα
    • πατρίς
    • ύπαιθρος
    • έκταση
    • κράτος
    • κτήμα
    • λαός
    • στεριά
    • αγροτική περιοχή
    • περίχωρα
    • πολιτεία
    • φύση
    • χώμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " land " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "land" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "land" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη