Μετάφραση του "lang" σε Ελληνικά

Οι μακρύς, μεγάλος, πολύς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lang" σε Ελληνικά.

lang adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μακρύς

    adjective

    En menneskeskabt lang vold af jord eller andet materiale.

    Τεχνητός ανυψωμένος μακρύς σωρός χώματος ή άλλων υλικών.

  • μεγάλος

    adjective

    En lang række af de varer, der foreslås liberaliseret, er derfor tekstiler og beklædningsgenstande.

    Κατά συνέπεια, ένας μεγάλος αριθμός προϊόντων που προτείνεται να απελευθερωθούν αφορούν προϊόντα κλωστοϋφαντουργίας και είδη ένδυσης.

  • πολύς

    adjective

    Det må stamme fra en lang, uafbrudt slægtslinje.

    H γεvεαλογία του σίγουρα πηγαίvει πολλούς αιώvες πίσω.

  • μακριά

    adverb

    Mike, jeg kan høre dit " men " på lang afstand.

    Mike, μπορώ να ακούσω το " αλλά " που έρχεται ένα μίλι μακριά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lang " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "lang"

Φράσεις παρόμοιες με "lang" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lang" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη