Μετάφραση του "lift" σε Ελληνικά
Οι ανελκυστήρας, ασανσέρ, μεταφορά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lift" σε Ελληνικά.
lift
noun
common
neuter
γραμματική
-
ανελκυστήρας
noun masculine -
ασανσέρ
noun neuter -
μεταφορά
noun feminineTransportenheden skal vaere forsynet med laesserampe eller lift.
Οι μονάδες μεταφοράς πρέπει να διαθέτουν κεκλιμένο επίπεδο ή αναβατήρα φόρτωσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lift " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη