Μετάφραση του "liggestol" σε Ελληνικά

Το ξαπλώστρα είναι η μετάφραση του "liggestol" σε Ελληνικά.

liggestol w
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ξαπλώστρα

    noun feminine

    Lad mig finde en liggestol til dig, fru.

    Να σας φέρω μια ξαπλώστρα, κυρία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " liggestol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "liggestol"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "liggestol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη