Μετάφραση του "link" σε Ελληνικά

Οι σύνδεσμος, σύνδεση, υπερ-σύνδεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "link" σε Ελληνικά.

link noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνδεσμος

    noun masculine

    Kommissionen skal angive de nationale links til disse lister på sit websted.

    Η Επιτροπή δημοσιεύει στο δικτυακό της τόπο, για λόγους ενημέρωσης, τους εθνικούς συνδέσμους προς αυτούς τους καταλόγους.

  • σύνδεση

    noun feminine

    Dette element udgør et link til andre nyttige informationskilder.

    Το στοιχείο αυτό εξασφαλίζει τη σύνδεση με άλλες χρήσιμες πηγές πληροφοριών.

  • υπερ-σύνδεση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " link " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "link"

Φράσεις παρόμοιες με "link" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "link" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη