Μετάφραση του "lymfe" σε Ελληνικά

Οι λέμφος, λύμφη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lymfe" σε Ελληνικά.

lymfe noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λέμφος

    noun feminine

    Det andet er det lymfatiske system — et netværk af kar der transporterer overskydende væske, kaldet lymfe, fra vævene tilbage til blodbanen.

    Το άλλο είναι το λεμφικό σύστημα—ένα δίκτυο αγγείων τα οποία επαναφέρουν το πλεονάζον υγρό, που ονομάζεται λέμφος, από τους ιστούς του σώματος στο αίμα.

  • λύμφη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " lymfe " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "lymfe" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη