Μετάφραση του "med" σε Ελληνικά

Οι με, μαζί, σαλιγκάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "med" σε Ελληνικά.

med adposition γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • με

    adposition

    για συνοδεία, συντροφιά, παρέα, συνύπαρξη, ιδιοκτησία, κυριότητα, κατοχή, χαρακτηριστικό, ιδιότητα, περιεχόμενο

    Man kan ikke spise suppe med en gaffel.

    Δεν μπορείς να φας τη σούπα μ' ένα πιρούνι.

  • μαζί

    adverb

    Jeg er uenig med dig.

    Δεν συμφωνώ μαζί σου.

  • σαλιγκάρι

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άνω κάτω
    • από
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " med " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "med"

Φράσεις παρόμοιες με "med" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "med" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη