Μετάφραση του "messing" σε Ελληνικά

Οι ορείχαλκος, μπούτζος, Ορείχαλκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "messing" σε Ελληνικά.

messing noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορείχαλκος

    noun masculine

    Gulgodsskrot (Honey): Støbegods af messing, valset messing, messingstænger, rør og diverse gulgodsprodukter, herunder pletteret messing.

    Θραύσματα ορειχάλκου (Honey): χυτευμένα είδη, προϊόντα έλασης, ορείχαλκος υπό μορφή ράβδων, αυλών και διάφορα ορειχάλκινα είδη, συμπεριλαμβανομένων επιμεταλλωμένων ορειχάλκινων ειδών.

  • μπούτζος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " messing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Messing
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ορείχαλκος

Εικόνες με "messing"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "messing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη