Μετάφραση του "meter" σε Ελληνικά

Οι μέτρο, m είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "meter" σε Ελληνικά.

meter noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέτρο

    noun neuter

    Du kommer ikke til at klatre op ad nogle ni meter høje mure længere.

    Υποθέτω δεν θα σκαρφαλώσεις κανέναν τοίχο 10 μέτρων, σύντομα.

  • m

    μονάδα μέτρησης μήκους κατά SI

    Kurverne er adskilt af et 6 meter langt lige sporstykke.

    Οι καμπύλες χωρίζονται με τμήμα ευθείας τροχιάς μήκους 6m.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " meter " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "meter" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "meter" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη