Μετάφραση του "metodik" σε Ελληνικά

Οι μεθοδολογίες, μέθοδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "metodik" σε Ελληνικά.

metodik
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μεθοδολογίες

    noun

    Den teknik og metodik, der anvendes, vælges bedst i hvert enkelt tilfælde.

    Οι τεχνικές και οι μεθοδολογίες που εφαρμόζονται επιλέγονται καλύτερα όταν επιλέγονται κατά περίπτωση.

  • μέθοδος

    noun feminine

    Udvalget mener, at enhver metodik, der resulterer i en mere effektiv anvendelse af fællesskabsmidler, må anvendes.

    Η ΕΟΚΕ πιστεύει ότι πρέπει να εφαρμοστεί κάθε μέθοδος η οποία οδηγεί σε αποτελεσματική και αποδοτική χρήση των κοινοτικών πόρων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " metodik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "metodik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη