Μετάφραση του "middel" σε Ελληνικά
Το μέσο είναι η μετάφραση του "middel" σε Ελληνικά.
middel
adjective
noun
neuter
w
γραμματική
-
μέσο
noun neuterEnkeltpersoner tyr i stigende grad til kriminelle midler og metoder.
Επιμέρους άτομα καταφεύγουν όλο και περισσότερο σε εγκληματικά μέσα και μεθόδους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " middel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "middel"
Φράσεις παρόμοιες με "middel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μυκητοκτόνο
-
Μπετ Μίντλερ
-
ηρεμιστικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη