Μετάφραση του "minedrift" σε Ελληνικά

Οι εξόρυξη, εξορυκτική βιομηχανία, μεταλλευτική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minedrift" σε Ελληνικά.

minedrift noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξόρυξη

    noun

    Andre genstande, andet udstyr eller anden service til brug ved minedrift.

    Άλλα είδη, εξοπλισμός ή υπηρεσίες, που προορίζονται να χρησιμοποιηθούν στην εξόρυξη ή τις εξορυκτικές υπηρεσίες.

  • εξορυκτική βιομηχανία

    Om: Gennemsigtighed af pengestrømme inden for minedrift og olieudvinding

    Θέμα: Διαφάνεια της ροής χρημάτων στην εξορυκτική βιομηχανία και την εξόρυξη πετρελαίου

  • μεταλλευτική

    De spanske kulområder er små, isolerede og stærkt afhængige af minedriften.

    Οι ανθρακοφόροι περιοχές της Ισπανίας είναι μικρές, αποκλεισμένες γεωγραφικά και εξαρτώμενες σε μεγάλο βαθμό από τη μεταλλευτική δραστηριότητα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Μεταλλευτική
    • εξορυκτική επιχείρηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minedrift " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "minedrift" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minedrift" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη