Μετάφραση του "mineral" σε Ελληνικά
Οι ορυκτό, Ορυκτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mineral" σε Ελληνικά.
mineral
noun
Noun
neuter
γραμματική
-
ορυκτό
noun neuterEnhver malm eller ethvert lønsomt mineral i enhver koncentration fundet i grundfjeldet eller på sekundært leje.
Οποιοδήποτε μετάλλευση ή οικονομικώς εκμεταλλεύσιμο ορυκτό σε οποιαδήποτε συγκέντρωση που βρίσκεται μέσα πέτρωμα υποβάθρου ή επικάθεται.
-
Ορυκτό
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mineral " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mineral" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μη μεταλλικό ορυκτό
-
μεταλλικό ορυκτό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη