Μετάφραση του "minister" σε Ελληνικά
Οι υπουργός, υπουργόσ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minister" σε Ελληνικά.
minister
noun
common
γραμματική
-
υπουργός
noun masculineπολιτικός που διευθύνει συγκεκριμένο τομέα των καθηκόντων μιας εθνικής ή τοπικής κυβέρνησης
Som minister i regeringen medansvarlig for den voldelige undertrykkelse af det syriske folk.
Ως υπουργός της κυβέρνησης είναι συνυπεύθυνος για τη βίαιη καταστολή του λαού της Συρίας.
-
υπουργόσ
Som minister i regeringen medansvarlig for den voldelige undertrykkelse af det syriske folk.
Ως υπουργός της κυβέρνησης είναι συνυπεύθυνος για τη βίαιη καταστολή του λαού της Συρίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " minister " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη