Μετάφραση του "moder" σε Ελληνικά

Οι μητέρα, μάνα, μαμά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moder" σε Ελληνικά.

moder w
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μητέρα

    noun feminine

    Jeg tror slet ikke, han elsker min moder.

    Και δεν νομίζω πως αγαπά τη μητέρα μου.

  • μάνα

    noun feminine

    Peter er væk, leger barnepige for min stakkels moder.

    Ο Πήτερ, κάνει τη νταντά στην καημενούλα τη μάνα μου.

  • μαμά

    noun feminine

    Vildfolk dræbte min moder og fader.

    Οι ʼγριοι σκότωσαν τη μαμά και τον μπαμπά μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moder " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "moder"

Φράσεις παρόμοιες με "moder" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moder" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη