Μετάφραση του "monogami" σε Ελληνικά

Το μονογαμία είναι η μετάφραση του "monogami" σε Ελληνικά.

monogami
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονογαμία

    noun feminine

    Jeg siger, at alting falmer med tiden, og at monogami er unaturligt.

    Λέω ότι τα πάντα αποτυγχάνουν και η μονογαμία δεν είναι φυσιολογική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monogami " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monogami" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη