Μετάφραση του "mos" σε Ελληνικά

Οι βρύο, πουρέ, μούσκλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mos" σε Ελληνικά.

mos noun verb common neuter w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βρύο

    noun neuter
  • πουρέ

    neuter

    Så kartoffel mos, selvfølgelig, og tranebær sovs, som er nemt.

    Μετά πατάτες πουρέ, φυσικά, και σάλτσα κράνμπερρυ, που είναι εύκολη.

  • μούσκλο

    noun neuter
  • πουρές

    masculine

    Mos eller i skiver?

    Πουρές ή scalloped, κύριε;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mos"

Φράσεις παρόμοιες με "mos" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη