Μετάφραση του "mur" σε Ελληνικά

Οι τείχος, τοίχος, τοίχωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mur" σε Ελληνικά.

mur noun verb common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τείχος

    noun neuter

    Her har du denne kæmpe mur, som blev bygget lige i midten af Vestbreden.

    Βλέπουμε αυτό το τεράστιο τείχος να κατασκευάζεται ακριβώς στο μέσο της δυτικής όχθης.

  • τοίχος

    noun masculine

    Jeg har bare lige hørt at en mur i valgkredsen er ved at styrte sammen.

    Μόλις άκουσα ότι ο τοίχος του εκλογικού σώματος άρχισε να καταρρέει.

  • τοίχωμα

    neuter

    Styreanordningen er forankret lodret i en mur.

    Η συσκευή καθοδήγησης τοποθετείται κατακόρυφα στο τοίχωμα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • τοιχίο
    • τοιχείο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mur " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mur"

Φράσεις παρόμοιες με "mur" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mur" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη