Μετάφραση του "nydelse" σε Ελληνικά

Το ευχαρίστηση είναι η μετάφραση του "nydelse" σε Ελληνικά.

nydelse
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευχαρίστηση

    noun feminine

    Ikke på bekostning af smerte og formindsket sexual nydelse.

    Όχι ενάντια στο πόνο και τη μειωμένη σεξουαλική ευχαρίστηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nydelse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "nydelse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nydelse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη