Μετάφραση του "offentlighed" σε Ελληνικά

Οι κοινό, λαός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "offentlighed" σε Ελληνικά.

offentlighed
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοινό

    noun neuter

    Den cypriotiske offentlighed har nemlig tendens til at tilføje en vokal efter ord, der ikke indeholder en sådan.

    Συγκεκριμένα, το κυπριακό κοινό έχει την τάση να προσθέτει ένα φωνήεν στην κατάληξη που δεν έχει φωνήεν.

  • λαός

    noun masculine

    Vis den europæiske offentlighed, at beskæftigelsespolitik og initiativer til beskyttelse af arbejdspladser står i centrum for regeringernes indsats.

    Δείξτε στους λαούς της Ευρώπης ότι η πολιτική απασχόλησης και οι πρωτοβουλίες για την προστασία των θέσεων εργασίας βρίσκονται στο επίκεντρο της κυβερνητικής δράσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " offentlighed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "offentlighed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "offentlighed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη