Μετάφραση του "omelet" σε Ελληνικά

Το ομελέτα είναι η μετάφραση του "omelet" σε Ελληνικά.

omelet noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομελέτα

    noun feminine

    Hvis du skal lave en omelet, er du tvunget til at knække nogle æg.

    Αν θέλεις να κάνεις ομελέτα, πρέπει να σπάσεις και μερικά αβγά!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " omelet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "omelet"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "omelet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη