Μετάφραση του "online" σε Ελληνικά
Οι διαθέσιμος, με σύνδεση, σε σύνδεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "online" σε Ελληνικά.
online
-
διαθέσιμος
adjective feminine -
με σύνδεση
KMail er sat til at være online. Alle netværksjob genoptages
Το KMail λειτουργεί με σύνδεση. Όλες οι δικτυακές εργασίες συνεχίζονται
-
σε σύνδεση
Der står, at trafikkameraerne er online.
Λέει ότι οι κάμερες της κυκλοφορίας είναι σε σύνδεση.
-
συνδεδεμένος
adjectiveDer er folk online nu som er venner; de har aldrig mødtes.
Είναι άνθρωποι τώρα συνδεδεμένοι που είναι φίλοι· δεν έχουν γνωριστεί ποτέ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " online " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Online
-
Συνδεδεμένος
Φράσεις παρόμοιες με "online" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Οδηγός επιτάχυνσης εγκατάστασης για τις υπηρεσίες Microsoft Online Services
-
Εργαλείο συγχρονισμού καταλόγoυ των υπηρεσιών Microsoft Online Services · Συγχρονισμός καταλόγου των υπηρεσιών Microsoft Online Services
-
διαδικτυακή έκθεση
-
Η εταιρική πύλη μου για τις υπηρεσίες Microsoft Online Services
-
Πύλη πωλήσεων για συνεργάτες των υπηρεσιών Microsoft Online Services
-
Εφαρμογή εισόδου στις υπηρεσίες Microsoft Online Services
-
Κέντρο διαχείρισης των υπηρεσιών Microsoft Online Services
-
Κέντρο διαχείρισης για τους συνεργάτες των υπηρεσιών Microsoft Online Services
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη