Μετάφραση του "online" σε Ελληνικά

Οι διαθέσιμος, με σύνδεση, σε σύνδεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "online" σε Ελληνικά.

online
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαθέσιμος

    adjective feminine
  • με σύνδεση

    KMail er sat til at være online. Alle netværksjob genoptages

    Το KMail λειτουργεί με σύνδεση. Όλες οι δικτυακές εργασίες συνεχίζονται

  • σε σύνδεση

    Der står, at trafikkameraerne er online.

    Λέει ότι οι κάμερες της κυκλοφορίας είναι σε σύνδεση.

  • συνδεδεμένος

    adjective

    Der er folk online nu som er venner; de har aldrig mødtes.

    Είναι άνθρωποι τώρα συνδεδεμένοι που είναι φίλοι· δεν έχουν γνωριστεί ποτέ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " online " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Online
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Συνδεδεμένος

Φράσεις παρόμοιες με "online" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "online" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη