Μετάφραση του "orgasme" σε Ελληνικά
Οι οργασμός, Οργασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "orgasme" σε Ελληνικά.
orgasme
noun
common
γραμματική
-
οργασμός
noun masculineOg studier viser, at den kvindelige orgasme er 99% psykisk.
Επίσης, οι μελέτες δείχνουν πως ο γυναικείος οργασμός είναι 99% ψυχολογικός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " orgasme " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Orgasme
-
Οργασμός
μια ιδιαίτερη ψυχική και σωματική κατάσταση, το τελικό στάδιο της σεξουαλικής διέγερσης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη