Μετάφραση του "original" σε Ελληνικά

Οι γνήσιος, πρωτότυπος, αυθεντικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "original" σε Ελληνικά.

original Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γνήσιος

    masculine
  • πρωτότυπος

    adjective masculine

    For det tredje er den afbildede tyr massiv, sort og særdeles original.

    Τρίτον, ο εικονιζόμενος ταύρος είναι ογκώδης, μαύρος και ιδιαιτέρως πρωτότυπος.

  • αυθεντικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " original " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "original" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "original" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη