Μετάφραση του "park" σε Ελληνικά

Οι πάρκο, κήπος, άλσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "park" σε Ελληνικά.

park noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πάρκο

    noun neuter

    ανοιχτός χώρος διατηρημένος στην φυσική του μορφή

    Den nye park minder os alle om, at vi er partnere.

    Αυτό το νέο πάρκο, μας θυμίζει πως είμαστε συνεταίροι.

  • κήπος

    noun masculine

    Bagved den ligger dyre parken.

    Από πίσω είναι ο ζωολογικός κήπος.

  • άλσος

    noun
  • δημόσιος κήπος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " park " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "park"

Φράσεις παρόμοιες με "park" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "park" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη