Μετάφραση του "part" σε Ελληνικά

Οι διάδικος, μέρος, συμβαλλόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "part" σε Ελληνικά.

part
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάδικος

    noun
  • μέρος

    noun neuter

    Ved "part" forstås en kontraherende part i protokollen, medmindre andet fremgår af sammenhængen.

    «Μέρος»: συμβαλλόμενο μέρος του παρόντος πρωτοκόλλου, εάν δεν εννοείται κάτι διαφορετικό από τα συμφραζόμενα.

  • συμβαλλόμενος

    noun

    »I tilfælde af tilbagekaldelse er begge parter forpligtet til at tilbagelevere de modtagne ydelser til den anden part.

    «Σε περίπτωση ανακλήσεως της δηλώσεως βουλήσεως, κάθε συμβαλλόμενος οφείλει να επιστρέψει τις ληφθείσες παροχές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " part " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "part" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη