Μετάφραση του "partner" σε Ελληνικά

Οι συνέταιρος, σύζυγος, σύντροφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "partner" σε Ελληνικά.

partner noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνέταιρος

    noun masculine

    Min partner har beholdt gamle filer om folk som dig.

    Ο παλιός μου συνέταιρος κρατούσε αρχείο για άτομα σαν εσένα.

  • σύζυγος

    noun masculine

    I disse hellige ansvar er fædre og mødre forpligtet til at hjælpe hinanden som jævnbyrdige partnere.

    Στις ιερές αυτές υποχρεώσεις, οι δύο σύζυγοι είναι υποχρεωμένοι να βοηθούν εξίσου ο ένας τον άλλο, ως γονείς.

  • σύντροφος

    noun masculine

    Du skulle have taget imod mit tilbud og blevet en af mine partnere.

    Θα έπρεπε να είχες λάβει την προσφορά μου και να είχες γίνει ένας από τους συντρόφους μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εραστής
    • συνεργάτης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " partner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "partner" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "partner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη