Μετάφραση του "passager" σε Ελληνικά
Οι επιβάτης, Επιβάτης, αργόμισθος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "passager" σε Ελληνικά.
passager
noun
common
w
γραμματική
-
επιβάτης
noun masculineNår en passager står på et optrækkeligt trin, må den tilsvarende dør ikke kunne lukkes.
Όταν στη βαθμίδα στέκεται επιβάτης, η αντίστοιχη θύρα δεν πρέπει να μπορεί να κλείσει.
-
Επιβάτης
Når en passager står på et optrækkeligt trin, må den tilsvarende dør ikke kunne lukkes.
Όταν στη βαθμίδα στέκεται επιβάτης, η αντίστοιχη θύρα δεν πρέπει να μπορεί να κλείσει.
-
αργόμισθος
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " passager " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "passager"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη