Μετάφραση του "peer" σε Ελληνικά

Το ομότιμος είναι η μετάφραση του "peer" σε Ελληνικά.

peer
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομότιμος

    noun

    Sideløbende hermed udvidede Kommissionen peer reviewet i inspektionsprogrammet i forbindelse med en opgradering af inspektionsmetoden.

    Παράλληλα, η Επιτροπή έχει επεκτείνει την αξιολόγηση από ομότιμος ειδικούς στο πρόγραμμα επιθεωρήσεων, στο πλαίσιο μιας αναβάθμισης των μεθόδων επιθεωρήσεών της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "peer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη