Μετάφραση του "pels" σε Ελληνικά
Οι γούνα, τρίχωμα, Γούνα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pels" σε Ελληνικά.
pels
noun
common
w
γραμματική
-
γούνα
noun feminine -
τρίχωμα
noun neuterForuden forskellene i pelsens farve og ansigtstegningerne kan de også udvise mindre adfærdsvariationer.
Πέραν των διαφορών στο χρώμα του τριχώματος και στο πρόσωπο, εμφανίζουν και ορισμένες μικρές διαφορές στη συμπεριφορά τους.
-
Γούνα
dyrehår
Pelsene anvendes ofte ulovligt i stedet for andre former for pelse eller sælges endog som kunstige pelse.
Η γούνα συχνάποκαθιστά παρανόμως άλλα είδη γούνας ή ακόμη και πωλείται ως τεχνητή γούνα.
-
φτέρωμα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pels " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "pels"
Φράσεις παρόμοιες με "pels" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γούνα ερμίνα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη