Μετάφραση του "penis" σε Ελληνικά

Οι πέος, Πέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "penis" σε Ελληνικά.

penis noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πέος

    noun neuter

    Han udhulede en penis og puttede den på?

    ' Εβγαλα την ψύχα από ένα πέος και το φόρεσα!

  • Πέος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " penis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "penis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη