Μετάφραση του "pension" σε Ελληνικά
Οι σύνταξη, σύνταξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pension" σε Ελληνικά.
pension
-
σύνταξη
noun feminineFor at få en pension skal jeg bare knurre lidt og overfalde nogen.
Για να πάρω τη σύνταξη, δεν έχω παρά να γρυλίσω ή να δείρω κάποιον στον δρόμο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pension " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Pension
-
σύνταξη
nounFor at få en pension skal jeg bare knurre lidt og overfalde nogen.
Για να πάρω τη σύνταξη, δεν έχω παρά να γρυλίσω ή να δείρω κάποιον στον δρόμο.
Φράσεις παρόμοιες με "pension" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επικουρική σύνταξη
-
όροι συνταξιοδότησης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη