Μετάφραση του "pension" σε Ελληνικά

Οι σύνταξη, σύνταξη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pension" σε Ελληνικά.

pension
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνταξη

    noun feminine

    For at få en pension skal jeg bare knurre lidt og overfalde nogen.

    Για να πάρω τη σύνταξη, δεν έχω παρά να γρυλίσω ή να δείρω κάποιον στον δρόμο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pension " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pension
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύνταξη

    noun

    For at få en pension skal jeg bare knurre lidt og overfalde nogen.

    Για να πάρω τη σύνταξη, δεν έχω παρά να γρυλίσω ή να δείρω κάποιον στον δρόμο.

Φράσεις παρόμοιες με "pension" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pension" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη