Μετάφραση του "periode" σε Ελληνικά

Οι περίοδος, διάρκεια, χρόνος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "periode" σε Ελληνικά.

periode noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίοδος

    noun feminine

    Lagrenes omfang varierede i almindelighed betydeligt i den betragtede periode.

    Γενικά το επίπεδο των αποθεμάτων κυμάνθηκε σημαντικά κατά την υπό εξέταση περίοδο.

  • διάρκεια

    noun feminine
  • χρόνος

    noun masculine

    Desuden kan perioden fra idé til markedsført produkt nedsættes og spildprocenten nedbringes.

    Αυτό επιτρέπει τη μείωση τόσο του χρόνου ανάπτυξης όσο και των ποσοστών ελαττωματικών προϊόντων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ιστορική περίοδος
    • καιρός
    • συνεχής περίοδος
    • χρονική διάρκεια
    • ώρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " periode " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Periode
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεωλογική περίοδος

  • περίοδος

    noun

    σειρά στον περιοδικό πίνακα των στοιχείων

    Lagrenes omfang varierede i almindelighed betydeligt i den betragtede periode.

    Γενικά το επίπεδο των αποθεμάτων κυμάνθηκε σημαντικά κατά την υπό εξέταση περίοδο.

Φράσεις παρόμοιες με "periode" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "periode" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη