Μετάφραση του "pik" σε Ελληνικά

Οι πέος, πούτσα, πούτσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pik" σε Ελληνικά.

pik noun common neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πέος

    noun neuter

    En kvinde kan klippe pikken af én, mens man sover og smide den ud af bilen.

    Μπορεί καμιά να σου'κοβε το πέος στον ύπνο και να το πέταγε απ'τ'αμάξι.

  • πούτσα

    noun feminine

    Skal jeg gå i panik eller vifte med pikken?

    Να φρικάρω ή να ορθώσω την παντοδύναμη πούτσα στα μούτρα όλων!

  • πούτσος

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ψωλή
    • καυλί
    • παπάρα
    • παπάρι
    • πούλος
    • βλάκας
    • εργαλείο
    • πούλλος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη