Μετάφραση του "pilgrim" σε Ελληνικά

Το προσκυνητής είναι η μετάφραση του "pilgrim" σε Ελληνικά.

pilgrim noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσκυνητής

    noun masculine

    Blomsterne er offergaver til Vandmoderen og repræsenterer ønsket om at sone alt ondt, pilgrimmen har gjort i livet.

    Συμβολίζουν την επιθυμία της επανόρθωσης κάθε κακού που έχει κάνει ο προσκυνητής στη ζωή του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pilgrim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pilgrim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη