Μετάφραση του "pinse" σε Ελληνικά

Οι πεντηκοστή, Πεντηκοστή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pinse" σε Ελληνικά.

pinse noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεντηκοστή

    adjective

    I Bayern blev oksekød tidligere især sat på bordet ved festlige lejligheder (påske, pinse, kirkebegivenheder og juletid).

    Στη Βαυαρία, το μοσχαρίσιο κρέας ήταν στο παρελθόν ιδίως έδεσμα για εξαιρετικές περιστάσεις (Πάσχα, Πεντηκοστή, Γιορτή του Αγίου Προστάτη, Χριστούγεννα).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pinse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pinse
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πεντηκοστή

    proper feminine

Εικόνες με "pinse"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pinse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη