Μετάφραση του "pita" σε Ελληνικά

Το πίτα είναι η μετάφραση του "pita" σε Ελληνικά.

pita
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίτα

    noun

    Friske grøntsager, hindbær, pita, spiret korn og rosenkål.

    Φρέσκα λαχανικά, βατόμουρα, πίτα με φρέσκο γάλα, δημητριακά...

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pita " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pita" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη