Μετάφραση του "pol" σε Ελληνικά
Οι πόλος, Γεωγραφικός πόλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pol" σε Ελληνικά.
pol
noun
common
γραμματική
-
πόλος
noun masculineDet står stadig klarere, at den økonomiske pol må modsvares af en politisk pol.
Όλο και πιο ξεκάθαρα προβάλλει η αναγκαιότητα να δημιουργήσουμε έναν πολιτικό πόλο αντίστοιχο του υφιστάμενου οικονομικού πόλου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Pol
-
Γεωγραφικός πόλος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη