Μετάφραση του "pol" σε Ελληνικά

Οι πόλος, Γεωγραφικός πόλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pol" σε Ελληνικά.

pol noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόλος

    noun masculine

    Det står stadig klarere, at den økonomiske pol må modsvares af en politisk pol.

    Όλο και πιο ξεκάθαρα προβάλλει η αναγκαιότητα να δημιουργήσουμε έναν πολιτικό πόλο αντίστοιχο του υφιστάμενου οικονομικού πόλου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Pol
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γεωγραφικός πόλος

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη