Μετάφραση του "position" σε Ελληνικά

Οι θέση, στάση, τοποθέτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "position" σε Ελληνικά.

position
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θέση

    noun feminine

    Repræsenterer en betydningsfuld position i netværket, som altid forekommer i starten eller i slutningen af en forbindelse.

    Αναπαριστά μια σημαντική θέση στο δίκτυο, η οποία βρίσκεται πάντοτε στην αρχή ή στο τέλος ενός συνδέσμου.

  • στάση

    noun

    Jeg analyserer skaderne for at finde den præcise position.

    Αναλύω τα τραύματα για να βρω την ακριβή στάση.

  • τοποθέτηση

    noun
  • αξίωμα

    adjective

    πολιτική, διοικητική ή υπηρεσιακή θέση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " position " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "position" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη