Μετάφραση του "priapisme" σε Ελληνικά

Οι πριαπισμός, Πριαπισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "priapisme" σε Ελληνικά.

priapisme noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πριαπισμός

    noun masculine

    Hvis priapisme ikke behandles straks, kan det resultere i skader på det penile væv samt permanent impotens

    Εάν ο πριαπισμός δεν αντιμετωπισθεί άμεσα, μπορεί να προκληθεί βλάβη του πεϊκού ιστού, η οποία μπορεί να επιφέρει μόνιμη απώλεια της στυτικής ικανότητας

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " priapisme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Priapisme
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πριαπισμός

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "priapisme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη