Μετάφραση του "prisme" σε Ελληνικά
Το πρίσμα είναι η μετάφραση του "prisme" σε Ελληνικά.
prisme
-
πρίσμα
noun neuterDerfor ser man kun billeder af vold og had gennem mediernes prisme.
Συνεπώς, οι μοναδικές εικόνες βίας και μίσους που αντικρίζουν είναι μέσα από το πρίσμα των μέσων ενημέρωσης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " prisme " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "prisme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πρίσμα
-
Πρίσμα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη