Μετάφραση του "programmør" σε Ελληνικά
Οι προγραμματιστής, προγραμματιστής λογισμικού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "programmør" σε Ελληνικά.
programmør
noun
common
γραμματική
-
προγραμματιστής
noun masculineperson der udvikler computerprogrammer
Ifølge Wiles var han programmør langt forud for sin tid.
Σύμφωνα με τον Γουάιλς, ήταν προγραμματιστής, πολύ μπροστά από την εποχή του.
-
προγραμματιστής λογισμικού
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " programmør " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη