Μετάφραση του "prosaisk" σε Ελληνικά

Οι πεζός, κοινότοπος, τετριμμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "prosaisk" σε Ελληνικά.

prosaisk adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πεζός

    adjective masculine

    Som kineserne ville formulere det noget mere prosaisk: "Det er dem, der står udenfor, der afgør, hvornår bussen er fuld".

    Όπως θα έλεγαν οι Κινέζοι, κάπως πιο πεζά: "εκείνοι που αποφασίζουν πότε έχει γεμίσει το λεωφορείο είναι όσοι βρίσκονται απ' έξω".

  • κοινότοπος

    adjective masculine
  • τετριμμένος

    masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " prosaisk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "prosaisk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη