Μετάφραση του "pubertet" σε Ελληνικά
Οι εφηβεία, εφηβική ηλικία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pubertet" σε Ελληνικά.
pubertet
-
εφηβεία
noun feminineLosartans langtidsvirkning på vækst, pubertet og generel udvikling er ikke undersøgt
Μακροχρόνιες επιδράσεις της λοσαρτάνης στην σωματική ανάπτυξη, την εφηβεία και στη γενικότερη ανάπτυξη δεν έχουν μελετηθεί
-
εφηβική ηλικία
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pubertet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη