Μετάφραση του "pumpe" σε Ελληνικά
Οι αντλία, αίγλη, τρόμπα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pumpe" σε Ελληνικά.
pumpe
noun
common
w
γραμματική
-
αντλία
noun feminine -
αίγλη
noun -
τρόμπα
noun feminineVi sætter en pumpe ved slangen og pumper blæren op i kvinden så den udvides mod blødningen.
Στη συνέχεια, συνδέουμε μια τρόμπα με τον σωλήνα και τρομπάρουμε τη φούσκα. Έτσι ώστε να φουσκώνει και να πιέσει την πληγή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pumpe " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Pumpe
-
Αντλία
Proper nounFRN — Pumpe, infusion
FRΝ — Αντλία, έγχυση
Εικόνες με "pumpe"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη