Μετάφραση του "retskrivning" σε Ελληνικά

Οι ορθογραφία, Ορθογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "retskrivning" σε Ελληνικά.

retskrivning Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορθογραφία

    noun feminine

    Denne konstatering er understøttet af det forhold, at den tyske retskrivning ikke kender accenten som typografisk bestanddel.

    Η διαπίστωση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι η γερμανική ορθογραφία δεν έχει τόνους ως τυπογραφικά στοιχεία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " retskrivning " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Retskrivning
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ορθογραφία

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "retskrivning" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη