Μετάφραση του "rette" σε Ελληνικά

Οι διορθώνω, απευθύνω, στρέφω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rette" σε Ελληνικά.

rette verb adjective noun γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορθώνω

    verb

    Og jeg prøvede at fortælle hende igen, hvad der virkelig foregår og rette de skøre ting, hun siger.

    Προσπαθώ πάντα να της λεω τι συμβαίνει και να διορθώνω αυτά τα περίεργα πράγματα που λέει.

  • απευθύνω

    verb
  • στρέφω

    verb

    Jeg vil nu gå over til de spørgsmål, der er stillet af den nationale ret.

    Σε αυτό το σημείο, οφείλω να στραφώ στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απευθύνομαι
    • βελτιώνω
    • εξομαλύνω
    • ισιώνω
    • σημαδεύω
    • σκοπεύω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rette " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "rette"

Φράσεις παρόμοιες με "rette" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rette" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη