Μετάφραση του "rig" σε Ελληνικά

Οι πλούσιος, εύπορος, πολύτιμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rig" σε Ελληνικά.

rig noun adjective common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλούσιος

    adjective masculine
  • εύπορος

    adjective masculine
  • πολύτιμος

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "rig"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη